Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα της διπλανής πόρτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα της διπλανής πόρτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το γίγνεσθαι ανάμεσα στο έχειν, το είναι και το φαίνεσθαι.


"Πόσο πιο χαμηλά να πέσω; Δεν πάει άλλο, δεν πάει άλλο σου λέω!", ακούς να λέει κάποια πίσω σου και στρέφεις το κεφάλι για να δεις το πρόσωπο εκείνης της γυναίκας, ένα πρόσωπο του σπαραγμού γιατί τέτοια είναι η φωνή της.
Δεν είναι όμως εύκολο να τη βρεις, καθόσον κόσμος πολύς εκείνη την ώρα στην συμβολή των οδών Πατησίων και Πανεπιστημίου. Κι ωστόσο ψάχνεις λίγο ακόμη στα βιαστικά βήματα και τελικά το βλέμμα σου το κλέβει  κάποιος δίπλα από το περίπτερο, ο οποίος μασουλάει λαίμαργα μια τυρόπιτα και ένα σμήνος περιστέρια έχουν ορμίσει στα τρίμματα του μπουφάν του. Αυτός ο κάποιος προσπαθεί να απομακρύνει τα πουλιά κουνώντας το ελεύθερο χέρι του αλλά εκείνα δε φεύγουν, τόσο πεινασμένα είναι. 

Ο μπάρμαν με τα παγερά μάτια


Το πλοίο της άγονης γραμμής κοντεύει να φτάσει στον τελικό του προορισμό και στο σαλόνι έχει πέσει βαριεστημένη ησυχία, ο επιβάτες έχουν ένα ύφος θρησκευτικής εγκαρτέρησης κι οι τηλεοράσεις παίζουν χαμηλόφωνα αυτό που παίζουν συνήθως οι τηλεοράσεις. Καλοκαίρι με τουρίστες και κουμπωμένα βλέμματα.
Και ξαφνικά θρυμματίζεται η ησυχία από δυνατό βήχα, γκούχου γκούχου παρατεταμένο από πνίξιμο. Αναστατώνονται οι επιβάτες, ανακαθίζουν στις θέσεις τους, βγαίνουν από την αναγκαστική ονειροπόληση της αδράνειας.
«Πιες λίγο νερό» συμβουλεύει κάποιος.

Ένα κομμάτι τυρί


«Εγώ το είδα πρώτος!» φώναξε ένας ποντικός ορεξάτα κι άρπαξε το τυρί και τον άρπαξε η φάκα και του έκοψε την όρεξη για τυρί και το κέφι για ζωή. Λάκισαν τα υπόλοιπα ποντίκια τρομαγμένα και…
«Εγώ το είδα πρώτος!» φώναξε ένα κοράκι και με αριστοτεχνικό βολ πλανέ, άρπαξε το τυρί, κάθισε σε ένα δέντρο και ξερογλειφόταν λαχανιασμένο.
Πάνω στην ώρα νάσου δύο αλεπούδες.
«Εγώ το είδα πρώτη» ψιθύρισε η μία στην άλλη και με το γνωστό τρόπο, «Τι όμορφη φωνή που έχεις κοράκι μου!», κατάφερε και άρπαξε το τυρί. «Ας το πάω στη φωλιά μου, να το φάνε τα παιδιά μου!» σκέφτηκε τραγουδιστά.
Στο δρόμο είδε ένα κλήμα γεμάτο σταφύλια. Άφησε στην άκρη το τυρί κι άρχισε να πηδάει για να πιάσει τα σταφύλια. Πηδούσε έτσι, πηδούσε κι αλλιώς, τα σταφύλια δε μπορούσε να τα πιάσει, «Άγουρα θα είναι» μονολόγησε και τότε άκουσε βήματα να πλησιάζουν και το έβαλε στα πόδια.
«Εγώ το είδα πρώτος» φώναξε ο Αργύρης Καταπόδης δείχνοντας το τυρί απόρησαν οι φίλοι του, «Και τι θα το κάνεις ένα κομμάτι τυρί;»
«Θα χρειαστεί για την ποντικοπαγίδα!» απάντησε.
Και…
«Εγώ το είδα πρώτος!» φώναξε ένας ποντικός ορεξάτα και άρπαξε το τυρί και τον άρπαξε η φάκα…
  

Μια σπάνια ιστορία


Κάποτε ένας παραμυθάς βγήκε στη γύρα αναζητώντας μια σπάνια ιστορία.
«Τι να την κάνεις την σπάνια ιστορία;», τον ρώτησαν.
«Να την διηγηθώ σε άλλους ανθρώπους κι όλοι να λένε με θαυμασμό, δεν έχουμε ακούσει τόσο σπάνια ιστορία».
Του λένε λοιπόν μια σπάνια ιστορία, αλλά όταν πάει να τη διηγηθεί σε κάποιους άλλους, τον σταματάνε σχεδόν στην αρχή.
«Την ξέρουμε αυτή την ιστορία, μόλις χθες συνέβη σε μας. Άσε θα σου πούμε εμείς μια πραγματικά σπάνια ιστορία».
Του λένε λοιπόν μια ιστορία, αλλά όταν  πάει παρακάτω και πριν αρχίσει καλά - καλά να τη διηγείται, τον διακόπτουν.
«Σιγά τη σπάνια ιστορία! Ακριβώς η ίδια ιστορία συνέβη σε μας μόλις την περασμένη βδομάδα. Άσε θα σου πούμε εμείς μια σπάνια ιστορία να έχεις να διηγείσαι».
Μην τα πολυλογώ έτσι πέρασαν τα χρόνια, ώσπου γέρασε ο παραμυθάς που έψαχνε μια σπάνια ιστορία. Κι όταν τον ρωτούσαν να τους πει μια σπάνια ιστορία, έλεγε την ιστορία της ζωής του. Κι οι άλλοι από ευγένεια δε του λέγανε ότι την ίδια ιστορία την είχαν ξανακούσει μόλις προχθές.

Παρελθόν γωνία

        Ξεχώριζε σαν τη μύγα στο γάλα μέσα στο συνωστισμό της Άλφα Μπανκ. Ξεχώριζε με το ανάστημα του και το ύφος του, έκανε μπαμ. Αγέρωχος και αριστοκρατικός, ροδομάγουλος και απρόσιτος, ντυμένος στην τρίχα. «Καλημέρα κύριε Γλαύκα» χαιρετάει ο διευθυντής του παραρτήματος. Νεύει αυτοκρατορικά ο αριστοκράτης. Εξήντα και πλέον στα χρόνια, κουβεντιάζει με τον υπεύθυνο δανείων. «Καλημέρα κύριε Γλαύκα», υποκλίνεται με σεβασμό ο προϊστάμενος λογιστηρίου φέρνοντας ένα φάκελο, δεν καταδέχεται να απαντήσει ο αγέρωχος με το καμηλό παλτό.  
Πρωινή ώρα αιχμής, η τράπεζα γεμάτη, μια ουρά από δω ως εκεί κάτω, τεντωμένοι λαιμοί, το ρολόι σφάζει την πραμάτεια του, στοίβες τα χαμογελαστά διαφημιστικά, τα πρόσωπα κλειστά.
«Ω ρε κόσμος και ντουνιάς!» φωνάζει εύθυμα ο νεοεισερχόμενος, ένας λαϊκός τύπος, αχαμνός, ένα εξήντα με τα χέρια στην ανάταση.

Τα χρόνια στο στομάχι

Δημοσθένη Αυλακά

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑΧΙ
(Ένας γκουρμέ μαγειρεύει τον καιρό)

Εκδόσεις ‘Έδεσμα’

Το βιβλίο αυτό ήταν να κυκλοφορήσει στο τέλος της χρονιάς που πέρασε, αλλά το άδοξο τέλος των ιστορικών εκδόσεων Έδεσμα λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων των συνεταίρων δεν επέτρεψε την έκδοση του βιβλίου.
Τα κείμενα που ακολουθούν είναι από την προδημοσίευση στο περιοδικό  Καλοφαγάς.

1. Πατάτες τηγανιτές

(Χαίρε Ιωάννη Καποδίστρια
που μας εξανάγκασες να δούμε το πρόσωπό μας
στις τηγανιτές πατάτες).

Το φαγητό αυτό για να έχει επιτυχία φτιάχνεται αποκλειστικά από γυναίκα. 

Το κλείσιμο της ΕΡΤ. Μια συναισθηματική προσέγγιση.

1. Θα ήμουνα γύρω στα δέκα. Άκουγα με πάθος το θέατρο στο ραδιόφωνο.
Γκρίνιαζε η μάνα μου γιατί ήθελε να κοιμηθώ νωρίς. Ερχόταν νευριασμένη στο δωμάτιό μου, έβλεπε ότι δε κοιμόμουν έβαζε τις φωνές, «Κλείστο αυτό το πράγμα, έχεις σχολείο αύριο!» Είχα το τρανζίστορ στο αυτί. Δεν είχα ακουστικά. Μια Κυριακή άκουγα ένα ωραίο έργο, της αρεσκείας μου, το τρένο του μυστηρίου, ακόμη το θυμάμαι. 

Αναμνήσεις τηλεφώνου



Πώς καταφέραμε κι επιβιώσαμε τόσα χρόνια δίχως τηλέφωνο; Αυτή η ερώτηση ξεπήδησε αυθόρμητα από μέσα μου καθώς προσπερνούσα ένα κατάστημα κινητής τηλεφωνίας. Ένα κατάστημα απαστράπτον, χαμογελαστό, κερδοφόρο. Και πραγματικά δηλαδή είναι να απορεί κανείς, ιδίως στις μέρες όπου οι διαστάσεις, οι προσφορές κι ο ανταγωνισμός των εταιριών τηλεφωνίας, έχουν πάρει τη μορφή χιονοστιβάδας κι εμείς με ένα μαγικό τρόπο γινόμαστε φανατικοί της τάδε εταιρίας.

Στον αστερισμό της νοσταλγίας


(Το κείμενο αυτό παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του 1ου πολιτιστικού συνεδρίου του δήμου Κερατσινίου στο δημοτικό θέατρο Αντώνης Σαμαράκης στις 20 Απριλίου με θέμα Μνήμες και πολιτισμός Κερατσίνι – Δραπετσώνα.)

 Θα ξεκινήσω με ένα δανεικό στίχο, ίσως επειδή τα δάνεια είναι στην επικαιρότητα. «Παιδί με το γρατζουνισμένο γόνατο». Έτσι μας θυμάμαι. Παιδιά με κοντά παντελόνια και γρατζουνισμένα γόνατα.

Ελλάδα. Η τελευταία εκπομπή


Εκπομπή αρ. 21 από τον κύκλο εκπομπών με τίτλο Μονολογώντας. Top melody 104.9.

Η ανάμνηση με βρήκε στο δόξα πατρί όπως γίνεται πάντα με τις αναμνήσεις. Με βρήκε αργά τη νύχτα κι ενώ χάζευα την περίμετρο της τηλεόρασης προσπαθώντας να μαντέψω τον ορίζοντα της ανατολής. 

Μοίρα



Εκπομπή 19. Από τον κύκλο εκπομπών με τίτλο Μονολογώντας. Top melody 104.9

Όποιου του μέλει να πνιγεί ποτέ του δεν πεθαίνει. Νομίζω ότι αυτή η φράση αποδίδει πιστά το νόημα της μοίρας. Έχει συμβεί σε όλους μας υποθέτω να τη σκεφτούμε αυτή τη φράση σε κάποια ακραία και δύσκολη στιγμή της ζωής μας. Όταν τη γλιτώσαμε παρά τρίχα. Όποιου του μέλει να πνιγεί, ποτέ του δεν πεθαίνει.


Την εποχή των Beatles


[Οι Μπιτλς μεσουράνησαν στη δεκαετία του ’60 και σημάδεψαν παγκόσμια τη μουσική σκηνή. Για δέκα χρόνια  με τον έναν ή τον άλλον τρόπο κυριαρχούσαν στις επιλογές της νεολαίας. Οι Μπιτλς ήταν κάτι περισσότερο από ένα μουσικό σχήμα. Ήταν κοινωνικό φαινόμενο. Να ήταν άραγε ένα μελετημένο βιομηχανικό προϊόν μουσικής παραγωγής ή μήπως αυτόφωτοι καλλιτέχνες; Ή μήπως και τα δύο. Δεν ξέρω. Εκείνο που μπορώ να πω με κάποια σιγουριά είναι ότι το Imagine κι ο βίαιος τρόπος που πέθανε ο Λένον, σαρώνουν όλες τις μικροψυχίες, φωτίζοντας δραματικά τόσο την καλλιτεχνική, όσο και την ουμανιστική αξία της ψυχής του συγκροτήματος.] 
  

Η Τέφρα του Φοίνικα ή Καμαρώνοντας σα γύφτικο σκεπάρνι


( Αυτονόητο είναι το "ευχαριστώ" τόσο στην Ελισάβετ Σπαντιδάκη, όσο και την Νόρα Πυλόροφ - Προκοπίου) 



ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΣΠΑΝΤΙΔΑΚΗ
H συγγραφέας Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου διάβασε το βιβλίο: H τέφρα του Φοίνικα του Γιάννη Ρεμούνδου (εκδόσεις Ψυχογιός).

 Πολυσέλιδο και πολυπρόσωπο μυθιστόρημα  με σφιχτά δομημένη αφήγηση, μωσαϊκό, όπως υποδηλώνουν οι κιτρινισμένες φωτογραφίες στο εξώφυλλο, ανθρώπων, συμπεριφορών, βιωμάτων, λαθών, παθών και συμβόλων.
Χείμαρρος η γλώσσα, ασταμάτητη η ροή, ανάγλυφοι οι χαρακτήρες, κάποιοι σε κερδίζουν κάποιοι σε απωθούν και για κάποιους μένεις αμήχανος και αναποφάσιστος. Οπως και στη ζωή. Που όλοι μας είμαστε κι αυτό κι εκείνο και το ενδιάμεσό τους. 


Δέκα πέντε σχόλια για την επικαιρότητα

1
Ζούμε στα σπλάχνα ενός πολιτικού θρίλερ. Μοιάζει κάπως με σινεμά. Λίγο κανείς να ξεχαστεί θα νομίσει ότι παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα ένα σκληρό πολιτικό θρίλερ. Μόνο που δεν είναι κινηματογράφος και μυθοπλασία. Είναι η ίδια η ζωή. Κι είμαστε εμείς που πρωταγωνιστούμε. Περικυκλωμένοι από αχαλίνωτα ψέματα και μισές αλήθειες, είμαστε εμείς με γερτούς ώμους - ακόμη δε μπορούμε να το πιστέψουμε το χάλι μας. Δε θέλω να πάρω στο λαιμό μου κι εσάς. Μιλώ για μένα. Δε μπορώ να το χωνέψω πώς φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Το φυσάω και δεν κρυώνει. Και το κυριότερο δεν καταλαβαίνω ποιος φταίει. Ποιος φταίει; Κι όταν διατύπωσα την ερώτηση στο ταξί, ο ταξιτζής με κοίταξε με δύσπιστο ύφος και είπε, «Μα καλά τόσο αφελής είσαι!». «Μπορεί και να είμαι, είμαι όμως και θολωμένος. Ποιος φταίει, λοιπόν;» ρώτησα. 

Η Τέφρα του Φοίνικα ή όσα ξέρει ο νοικοκύρης...

Είναι κάπως άχαρο να μιλάει κανείς γι’ αυτό που έχει φτιάξει. Όχι μόνο άχαρο, αλλά και βαρετό. Ίσως επειδή το δημιούργημα είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου, μια εμπορική καλλιγραφία. Θέλω να πω ότι απουσιάζουν οι μέρες κι οι νύχτες της αγωνίας –εν προκειμένω του γραψίματος, εκείνο το κάλεσμα των ανθρωποφάγων Σειρήνων, εκείνη η κάθετη πτώση της απογοήτευσης όταν συνειδητοποιεί κανείς ότι αδυνατεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, εκείνη η δίχως έλεος μονομαχία ανάμεσα στα πολλαπλά είδωλα των ανθρώπων και τα συντρίμμια των ονείρων τους… Με δυο λόγια να σταθεί σωστά η φράση ανάμεσα στις παραγράφους των σελίδων και τα αγγίγματα των βλεμμάτων, κυρίως να σταθεί η φωνή της μέσα στο κύλισμα του χρόνου – μια τόση δα στιγμούλα που σπάζει ο καθρέφτης σαν το νερό μιας λίμνης που σημαδεύεται από μια πρόσκαιρη χαρακιά κάποιου καλοκαιρινού έρωτα.Ναι, είναι άχαρο να μιλάει κανείς για δικά του πράγματα. Άχαρο και βαρετό. Αλλά και τόσο σπαρακτικά προκλητικό…

Αναμνήσεις από θερινό σινεμά

Το φέγγος του φεγγαριού χαρακώνει τη σκοτεινή καμπούρα της θάλασσας, μια ασημένια ρυτίδα. Ίσως γι' αυτό ξεχείλισε η νοσταλγία σαν αφρισμένη μπίρα. Μπορεί όμως κι από την ταινία που είδα στην τηλεόραση, ένα φιλμ νουάρ. Δοθείσης ευκαιρίας τα παρακολουθώ, αν και λείπει το ρίγος της παλιάς συγκίνησης, έχω χάσει τη διάθεση ή το κουράγιο για την εσωτερική ανάγνωση που απαιτούν αυτές οι ταινίες, εκείνη την επίπονη προσπάθεια της μετάφρασης των βλεμμάτων ανάμεσα στις ασπρόμαυρες φωτοσκιάσεις. Τέλος πάντων, θυμήθηκα εκείνο το καλοκαίρι πριν τριάντα χρόνια που χρημάτισα υπεύθυνος του δημοτικού κινηματογράφου στα Χανιά, δηλαδή όχι ακριβώς υπεύθυνος, ταμίας!


Δυο τρία πράγματα που θυμάμαι για μένα

Γεννήθηκα στον Πειραιά το 1950. Φεβρουάριο μήνα. Ο πατέρας μου καταγόταν από τον Καρβασαρά - Αμφιλοχία η σημερινή ονομασία - είχε έρθει πριν τον πόλεμο, δούλευε στα Λιπάσματα. Η μητέρα μου καταγόταν από την Ζάβιτσα, σημερινή ονομασία Αρχοντοχώρι (sic) κι ήρθε στον Πειραιά στο τέλος της δεκαετίας του ’40. Γνωρίστηκαν από προξενιό, παντρεύτηκαν και εγκαταστάθηκαν στο Κερατσίνι. Δεληγιάννη 85. Πώς κάνανε χωριό αυτοί οι δύο ανόμοιοι άνθρωποι δεν ξέρω.

Αδιέξοδο και ρημαδιό στον αστερισμό του Κυνός

1
Μυστήριο μέγα καλύπτει ως και τις μέρες μας την προέλευση αυτού του θορύβου άπαξ του έτους που αναστατώνει αυτήν την περιοχή. Ένα βαρύ ακούγεται ντάπα της ντούπα της λες κι η καρδιά της γης γυρεύει ανάμεσα στα κατσάβραχα να βρει μια διέξοδο για να ξεσκάσει. Πρόκειται για μια περίεργη περίπτωση ανερμήνευτη παρά τις επισταμένες έρευνες που διεξήχθησαν τόσο από επιφανείς επιστήμονες του κλάδου της γεωλογίας, όσο κι από ιδιώτες επιρρεπείς στα ανεξήγητα φαινόμενα. Πλην τούτων, ονομαστά πανεπιστήμια της Εσπερίας, αλλά και ξακουστά ερευνητικά κέντρα της αλλοδαπής, ενδιαφέρθηκαν για το ασυνήθιστο αυτό φαινόμενο και μάλιστα αναπτυχθήκανε θεωρίες εντυπωσιακές, αλλά πειστική απάντηση μέχρις τις μέρες μας δεν έχει δοθεί. Κι έτσι ο γρίφος αυτού του θορύβου, αυτό το μακάβριο ντάπα της ντούπα της, εκτός από τουριστικό αξιοθέατο, παραμένει μια ανοιχτή πρόκληση στις υπαρξιακές αναζητήσεις του καθενός, μια αλληγορία τραυματισμένη, μια υπογράμμιση των ημερών που φεύγουν και των ημερών που έρχονται.

Μισό κιλό κιμά

Τσιμεντένια η προβλήτα κι είναι ένα νησί δίχως χάρτη. Με τον αγκώνα ακουμπισμένο σ’ ένα στρογγυλό μπλε τραπεζάκι κάθεται ο μοναχικός πελάτης κι έχει την πλάτη του γυρισμένη στην ξεπεσμένη ταβέρνα. Ξεφτίζουν οι ώρες του δειλινού κι από την παραλία ακούγεται ο ήχος ενός μπαγλαμά, ντρίγκι ντρίγκι ντρίγκι. Φυσάει δυνατός ο αέρας.

Οι παλιές κασέτες. Μια ραδιοφωνική εκπομπή

Πάνω στη μετακόμιση ανακάλυψα τις παλιές μου κασέτες από εποχές αχρονολόγητες. Τις άκουσα τελευταία φορά πριν τις πετάξω. Είχαν ήδη οι περισσότερες αντικατασταθεί από σιντι. Δίχως να το θέλω θυμήθηκα πρόσωπα και καταστάσεις του παρελθόντος, ένα σκονισμένο γαϊτανάκι. Προσπάθησα να κρατήσω την αίσθηση εκείνου του καιρού, άλλαξα μόνο τα ονόματα.