Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Ρεφρέν που ανασαίνει μέσα στα χρόνια

Δηλητήριο στο αίμα του κορμιού σου η ξενητιά
Μάτια χείλια μου και βλέμμα που δε θα σας δω ξανά.

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Στου κουφού την πόρτα

Πληθαίνουν οι σιωπές, γίνονται βαθιές, σπαραχτικές. Μεγαλώνουν οι αποστάσεις. Καιρός να ξεθάψουμε τον Περικλή, την Θεοδώρα και τον Κολοκοτρώνη. Καιρός να ξαναβρούμε τους τίτλους των παιδικών μας εκθέσεων. Καιρός να ονειρευτούμε τα όνειρα.

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Δεν αρκεί

Χαμογέλα, γιατί δεν αρκεί να είσαι ηλίθιος.
Πρέπει να το δείχνεις κιόλας.

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Ο Στέλιος Καζαντζίδης στις Τζιτζιφιές

α
Πόσο μόνος απόμεινες, λόρδε Βύρωνα! Σαν καλντέρα ηφαιστείου.

Καληνύχτα όνειρα, καληνύχτα ταξιδιώτες.

β
Πόσο μόνος απόμεινες, λόρδε Βύρωνα
Κι ένα πλήθος τριγύρω με τετράγωνα μάτια
Και φοβισμένες κινήσεις
Εις μάτην ψάχνει τα λόγια από τη Συννεφιασμένη Κυριακή
Καθώς μας μπεγλερίζει η Ευρώπη κατά τα κέφια της
Κι είναι τα σύνορά της χώρας ληξιπρόθεσμα δάνεια
Κι ουδόλως ωφελήσανε οι κουμπαριές
Με το αθάνατο κρασί του ’21
Μήτε τα κομμένα κεφάλια
Στην πλατεία Ρήγα Φεραίου των Τρικάλων
-καλοκαίρι του ’45-
Κι ούτε η αγωνία όσων τα κοκαλάκια τους άφησαν στη Χαράδρα του Νέου Παρθενώνος,
Αλλά κι αργότερα
Όταν οι ερπύστριες χαράκωναν την Πατησίων
-τέλειωνε το φθινόπωρο, 1973 η χρονιά-

Καληνύχτα ουρλιαχτά, καληνύχτα Νοέμβρη.

γ
Πόσο μόνος απόμεινες λόρδε μου! Ω, με το μπαρντόν, Μαρία,
μπερδεύτηκα προς στιγμήν…
Πώς είχα την εντύπωση ότι ονειρευόμουν
Ταξιδεύοντας στις σελίδες της Ελληνικής Ιστορίας.
Τι ιστορία!

Καληνύχτα ψευδαισθήσεις.

Ελλάδα

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Άσκοπη χρήση του σήματος κινδύνου

Νεκρική Σουίτα

Προπονηθήκανε με πάθος οι έξη αθλητές μήνες τώρα έχοντας τη φωταγωγημένη τους ζωή στο στόχαστρο. Στιγμή δεν έμειναν αργοί κι ούτε άλλη σκέψη νόθευε την εικόνα που κυμάτιζε στα μυαλά τους. Όταν ήρθε η κρίσιμη μέρα των αγώνων, μπήκαν στο στίβο υπό τις ιαχές των φιλάθλων κι είχαν δυνατό χτυποκάρδι. Εθερμάνθηκαν για λίγο κι ύστερα πήραν τις θέσεις τους για να τρέξουν. Απλώθηκε ησυχία στο στάδιο.
Πυροβόλησε ο εκπρόσωπος της επιτροπής κι όρμισαν οι πέντε σαν καταδιωκτικά να συλλάβουν το μέλλον, να σταθούν για μια στιγμή έξω από τη μοίρα, κυνηγώντας κι οι πέντε την φωταγωγημένη τους ζωή, να τσακώσουν μια μύγα. Έτρεχαν με φόρα κι ορμή ακάθεκτοι οι αθλητές αμιλλώμενοι την ωραία άμιλλα πλάι - πλάι, ώμο με ώμο, μέχρις ότου κάποιος μπάφιασε, απόμεινε λίγο πίσω, ξέμεινε περισσότερο και τέλος εγκατέλειψε το δάφνινο στεφάνι απογοητευμένος. Λιγουλάκι πιο κάτω δύο άλλοι μπουρδουκλωθήκανε συναμεταξύ τους, σωριάστηκαν κατά γης σα σπασμένο παιχνίδι, σκέφτηκαν πόσο μάταιο ήταν να συνεχίσουν και βάδισαν κατηφείς στα αποδυτήρια. Και μόνο οι δύο πρώτοι συνέχισαν απρόσκοπτοι να αμιλλώνται ασθμαίνοντες με τα στεγνά τους μάτια στραμμένα στην κλωστή που έπρεπε να σπάσουν, την αίγλη της ζωής τους επιτέλους να δουν να λάμπει πάνω από την πόλη.
Μα κανείς δεν παρακολουθούσε την προσπάθεια και την αγωνία τους, γιατί όλοι οι φίλαθλοι, μηδενός εξαιρουμένου, είχαν στρέψει το ενδιαφέρον τους σ’ εκείνον τον έκτο που δεν ξεκίνησε ποτέ. Εκείνον τον έκτο τον κρεμανταλά που είχε πέσει σέκος αιφνιδιαστείς από το «μπαμ» του πυροβολισμού στη γραμμή εκκίνησης, ένα «κρακ» έκαμε η καρδιά του. Βιαστικά οι τραυματιοφορείς τον εναπόθεσαν απρόσεχτα στο φορείο και το ποδάρι του κουνιόταν πέρα δώθε, πέρα δώθε, πέρα δώθε.

«Ζωή σε λόγου μας…» μουρμούρισε ο εκπρόσωπος της επιτροπής κοιτάζοντας συλλογισμένα το πιστόλι του.