Το γίγνεσθαι ανάμεσα στο έχειν, το είναι και το φαίνεσθαι.


"Πόσο πιο χαμηλά να πέσω; Δεν πάει άλλο, δεν πάει άλλο σου λέω!", ακούς να λέει κάποια πίσω σου και στρέφεις το κεφάλι για να δεις το πρόσωπο εκείνης της γυναίκας, ένα πρόσωπο του σπαραγμού γιατί τέτοια είναι η φωνή της.
Δεν είναι όμως εύκολο να τη βρεις, καθόσον κόσμος πολύς εκείνη την ώρα στην συμβολή των οδών Πατησίων και Πανεπιστημίου. Κι ωστόσο ψάχνεις λίγο ακόμη στα βιαστικά βήματα και τελικά το βλέμμα σου το κλέβει  κάποιος δίπλα από το περίπτερο, ο οποίος μασουλάει λαίμαργα μια τυρόπιτα και ένα σμήνος περιστέρια έχουν ορμίσει στα τρίμματα του μπουφάν του. Αυτός ο κάποιος προσπαθεί να απομακρύνει τα πουλιά κουνώντας το ελεύθερο χέρι του αλλά εκείνα δε φεύγουν, τόσο πεινασμένα είναι. 
Κι όχι μόνο δε φεύγουν, αλλά γίνονται και επιθετικά και προσπαθούν να του πάρουν τη μπουκιά από το στόμα. Απελπισμένος τότε εκείνος το βάζει στα πόδια προστατεύοντας τα μάτια του, χωρίς ωστόσο να πετάξει την τυρόπιτα. «Τη τσάντα σου! Ξέχασες τη τσάντα σου!» φωνάζει στο κατόπι του ένας άλλος κάποιος. «Η τσάντα μου!» φωνάζει ο κάποιος κι επιστρέφει τυλιγμένος από το φτεροκόπημα των πεινασμένων περιστεριών. Σκουντουφλάει όμως παραζαλισμένος από το αναπάντεχο και σωριάζεται φαρδύς πλατύς στο πεζοδρόμιο, του φεύγει η υπόλοιπη τυρόπιτα δίνουν μάχη σώμα με σώμα τα περιστέρια για να τη φάνε. Πετάγεται απελπισμένος αυτός ο κάποιος, ανοίγει τη τσάντα του και την αναποδογυρίζει φωνάζοντας, «Πάρτε τα ρε, πάρτε τα όλα. Και εμένα σβήστε με από τα κατάστιχα!». Και γεμίζει ο τόπος από ιατρικά ακουστικά.  
Και τότε σα υπνωτισμένοι όσοι βρίσκονται πλησιέστερα, ορμούν να αρπάξουν όσα πιο πολλά μπορούν ιατρικά ακουστικά και συγκρούονται μεταξύ τους, σπρώχνονται, τραβιούνται, χτυπιούνται, βρίζονται. Και δίπλα τους συγκρούονται τα φρενιασμένα περιστέρια για την τυρόπιτα.
Κι εσύ που έχεις στρέψει το κεφάλι σου ψάχνοντας ένα πρόσωπο του σπαραγμού, μην αντέχοντας την τόση γελοιότητα, λες μέσα σου, «Μωρέ τι θέλω κι ανακατεύομαι στα ξένα βάσανα και δεν κοιτάω τη δουλειά μου!». Και τότε συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις δουλειά κι ότι σου τα έχουν πάρει όλα, τίποτα δεν είναι πια δικό σου, ούτε αυτά που ακούς, ούτε αυτά που βλέπεις, ούτε αυτά που σκέφτεσαι, ούτε αυτά που αισθάνεσαι, ούτε καν το πρόσωπο του σπαραγμού.