Εσύ η σιωπή κι εγώ οι λέξεις της.


Σκούρο δέρμα, μαύρα μαλλιά, τοτέμ Αφρικάνικο το πρόσωπό σου –έτσι σε απαθανάτισε το φωτογραφικό μηχάνημα στην οδό Καλοκαιρινού. Έσκισες θυμωμένη τις φωτογραφίες γιατί κάπως αλλιώς θυμόσουν το πρόσωπό σου κι ύστερα θρήνησες κοιτάζοντας τα κομμάτια να τα παρασέρνει ο νοτισμένος αέρας και να χάνονται στο σκοτάδι.

«As tears go by»


Εποχές σημαδεμένες στην αχίλλεια πτέρνα κι η αγωνία να βγει η νύχτα, χρώματα μαύρα και μπίρες από το περίπτερο, κόκκινο κρασί στο Κινέζικο - αλλά στο Αυγό χαθήκαμε γιατί είχε πολύ κόσμο. Έκανα κύκλους στην πλατεία με τις καφετέριες ρωτώντας αν σε είχε δει κάποιος. Η κολώνα της ΔΕΗ έμοιαζε με μαδημένη μαργαρίτα, ήμουνα σίγουρος ότι την άγγιξαν τα μαλλιά σου, ντρεπόμουν πλέον να ικετεύω σκιές, σκυλιά και φαντάσματα και χώθηκα στα σοκάκια που δε γνώρισαν σταυροδρόμια –ένας αφύσικος κύκλος ναυαγισμένης φωτιάς. Κι έτσι έφτασα στα ερειπωμένα τείχη του μεγάλου κάστρου, ακούγοντας τα νυχτοπούλια να θρηνούν πεινασμένα, συναντώντας αλλόκοτα πρόσωπα της παρακμής και της ένδειας και θυμόμουν ότι στην κρεβατοκάμαρά σου υπήρχε ένας πίνακας που έδειχνε μια κοπέλα να τρώει μια φέτα ψωμί αλειμμένη με ταχίνι και δεν ήξερα πώς να εκφράσω αυτόν τον έρωτα καθώς το σπέρμα κυλούσε ρυάκι στο μάγουλό σου.
Έβρεχε στο Γκάζι τρυφερά σαν κλάμα κι εκεί με κατάπιε μια λακκούβα των δημοσίων έργων γιατί είχα τη φαεινή ιδέα μέσα στην τύφλα μου να πάρω τη μηχανή και να ταξιδέψω στις εποχές -συνήλθα στο Πεπαγνή κι ήμουνα το μαύρο μου το χάλι. Τα λόγια του εφημερεύοντος γιατρού μοιάζανε με πορτοκαλόφλουδες κι ένα τραγούδι των Ρόλικνς Στόουνς ακολουθούσε σα σκυλί. «As tears go by»Ρώτησα τη νοσοκόμα για σένα -όχι, δεν υπήρχε γυναίκα μαζί μου.

«Ποιος έρωτας και ποιος Θεός…»


Χερσόνησος. Καλοκαιρινή νύχτα. Νύχτα με φεγγάρι. Ένας καταρράχτης από ασήμι το φως –η θάλασσα ασημένια. Γεμάτα τα μαγαζιά και δυνατές μουσικές αδέσποτες σαν απονέρια και κόσμος πολύς στους δρόμους που έπινε μπίρα και χειρονομούσε. Δέντρα από πλαστικό κι αναμνήσεις από σελιλόιντ. Υγρή άμμος. Μια ρυτίδα πένθους στο ξέφωτο του καιρού.
Με το φιλί αναποδογύρισε η νύχτα και με το σμίξιμο άδειασε ο ουρανός κι όταν βρεθήκαμε στο ξενοδοχείο, επειδή δεν είχε άλλους βατούς δρόμους η νύχτα του μεθυσιού, έκανες εμετό στο νιπτήρα παραμιλώντας.
«Ποιος έρωτας και ποιος Θεός…»

Πόσο χθες είναι όλα!


Κι άραγε θυμάσαι το δωμάτιο 404 όποτε περνάς έξω από το ξενοδοχείο Αστόρια; Κι άραγε με θυμάσαι όποτε περνάς από την οδό Δαιδάλου; Κι εκείνο το θλιβερό σούπερ μάρκετ -το Πανελλήνιον- εκεί που νομίζαμε ότι αφήσαμε τη μοτοσικλέτα -τι νύχτα κι εκείνη! Είχαμε σταματήσει για να αγοράσουμε μπίρες από το περίπτερο, αλλά επιστρέφοντας στο Πανελλήνιον δε τη βρίσκαμε τη μηχανή και κάναμε κύκλους στα χαμένα κι ύστερα ξεχαστήκαμε και περιπλανηθήκαμε στην πόλη τραγουδώντας ένα τραγούδι του Τσιτσάνη. Έριχνε καρεκλοπόδαρα, οι δρόμοι είχανε πλημμυρίσει, μονότονα ούρλιαζαν οι σειρήνες της Πυροσβεστικής –όλοι ανησυχούσανε για το ξημέρωμα, εκτός από μας.
Καταλήξαμε και πάλι στα σκαλιά του Εμπορικού Κέντρου μέχρι να μας μαζέψει το περιπολικό στην Ασφάλεια κι από κει στο νοσοκομείο γιατί είχαμε αίματα παντού από σπασμένα γυαλιά. Σε ότι κι αν μας ρωτούσαν, απαντούσες αδιάφορα, «Ψυχές από πορφύρα…», μα δεν κρυβόταν ούτε η πίκρα ούτε ο σπαραγμός.
Πόσο μακριά είναι τώρα ο λιμενοβραχίονας που σμίγαμε και μας μούσκευε το κύμα;
Πόσο χθες είναι όλα!

Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας



Επικίνδυνες στροφές, λέξεις δίχως το ειδικό τους βάρος, ματαιωμένες προσδοκίες, διαλυμένο παρελθόν και νυχτερινά φώτα που γλιστρούσαν στους βρεγμένους δρόμους ανάμεσα σε βιτρίνες καταστημάτων. Η πόλη ευνουχισμένη από οικονομική ευμάρεια, ισοπεδωμένη από προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης –η πόλη λες και φτιάχτηκε για σένα και για μένα.

Σ’ ένα οικόπεδο τρίψαμε τις κοιλιές μας σα φίδια. Η βροχή είχε φτάσει στο μεδούλι, ανάσα στην ανάσα και ψέματα στα ψέματα -η αρχαία θλίψη.

Σ’ ένα καφενείο που ξενυχτούσε πλάι από τα ψαράδικα ήπιαμε ένα τελευταίο κονιάκ. Ξαφνικά τινάχτηκες απότομα στην πίστα να χορέψεις. Μόνη σου, πλάι από το βραχνό μεγάφωνο -ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας.

Πήρε φωτιά η πίστα, κάηκε το μπουρδέλο.

Μια ερωτική ιστορία με φόντο φωτογραφίες


Αρχές Δεκέμβρη στα γενέθλιά σου πήγαμε να δούμε την ταινία Στάλκερ στο σινε Απόλλων Στον κινηματογράφο ήταν ζεστά, έξω είχε κρύο πολύ. Είχαμε κι ένα μπουκάλι Τζαίημσον μαζί μας. Το οινόπνευμα έπαιζε ζάρια στο χώμα των ματιών σου και το φως της προβολής έριχνε πασιέντζες στα υπόγεια αγγίγματα -αζευγάρωτα τα χαρτιά στο σκοτάδι. Οι αναπνοές μας μοιάζανε με ενδύματα περιοδεύοντος θιάσου - κουρέλια.
«Αν θέλετε να βγάλετε τα μάτια σας να πάτε αλλού» ενοχλήθηκε κάποιος από πίσω.
«Ο Ταρκόφσκι ταιριάζει στο πένθος!» του απάντησες.
Από την πλάτη σου ανέτελλε ένα φως. Το κλειδί του σολ κρατούσε ανέπαφη την Κυριακή του περασμένου Καλοκαιριού. Σκουλήκια παραφύλαγαν στο αόρατο μέλλον. Ελεγκτές με ένα μάτι κι ένα δόντι.
Στο διάλειμμα -παρά τις αντιρρήσεις μου- επέμεινες να φέρεις μπίρες. Αργούσες να επιστρέψεις κι ανησύχησα. Σε βρήκα να σαλιαρίζεις με τον υπεύθυνο του κυλικείου, έχοντας το ύφος μιας ύποπτης κατανόησης.
Βγήκα από τον κινηματογράφο χωρίς εσένα.

Εξπρεσιονισμός


Φυσούσε μανιασμένα εκείνη την Κυριακή το απόγευμα. Η συννεφιά κυνηγούσε τον εαυτό της και τρέμανε οι τέντες και τα κατάρτια -κουρελιάζονταν οι σημαίες. Τα κύματα σπάζανε σαν τσόφλια στον ατέλειωτο λιμενοβραχίονα. 


Πουλιά με δύο κεφάλια


Χαράματα αχνά, απροσδιόριστα - οι εργάτες τραβούσαν για τη δουλειά με κουστουμάκια μαλαματένια και δόντια δανεικά - χαράματα που τ’ αρνήθηκαν οι πετεινοί κι οι προφητείες. Χαράματα κι εμείς επιστρέφαμε από το σκοτάδι, όλη τη νύχτα γυρνάγαμε καταναλώνοντας ρακή σε δρόμους με θλιμμένα μαγαζιά και άδεια φώτα. Ψάχναμε το κλειδί να μπούμε στο σπίτι, όχι στον Τεκέ, στην πόλη. Εδώ κλειδί εκεί κλειδί, τίποτα. Δε βλέπαμε την τύφλα μας και γι’ αυτό, αλλά νομίζαμε ότι το διαμέρισμα μας είχε κλείσει έξω από τη ζωή. Με τα πολλά καταφέραμε και μπήκαμε – συντρίμμια νοτισμένου καιρού.
Αχνοφώτιζε η μέρα από το παράθυρο, δικέφαλα πουλιά ζυγιάζονταν πάνω από το κρεβάτι με την πένθιμη συννεφιά - τα σα εκ των σων. Σύμβολα και παραισθήσεις, ηλεκτρισμένες μουσικές και μαραμένα άνθη.

«Χίλια χρόνια ταξίδευα λαθραία στις φλέβες σου» είπα.
«Μαύρο είναι το χρώμα που αγαπώ» πρόλαβες να πεις πριν σε καταπιεί η τουαλέτα.

Μακριά σου είναι όλα άδεια


Μακριά σου είναι όλα άδεια. Από πού να ξεκινήσει αυτό το αναφιλητό;
Κενό.
Περιπολικά στημένα στις γωνίες κι οι γιατροί βλοσυροί σαν παίχτες του μπιλιάρδου. Οι προφήτες ξεπάγιαζαν ακίνητοι σαν αγάλματα με απλανή βλέμματα στα πεζοδρόμια.


Κύμα


Σαν κυνηγημένα πουλιά καταφύγαμε στον Τεκέ. Τα βήματά σου στο δρομάκι του κήπου αντηχούσαν σα να παραπατούσε κάποιος με δεκανίκια. Στη σκιά της συκιάς κοιμόταν η γάτα κι όλα είχαν μείνει πίσω- η εποχή, τα λόγια, τα αισθήματα. Μισοτελειωμένο στο καβαλέτο από τον προηγούμενο χειμώνα το πορτρέτο της ψυχής. Ξεραμένα χρώματα χυμένα απρόσεκτα στον πάγκο, μπλε στο μαύρο, κόκκινο στο μαύρο, άσπρο στο μαύρο, αφίσα με τον πίνακα του Κλε σκισμένη στην κάτω μεριά εκεί που υπήρχε μια αφιέρωση. Δυο μύγες κάνανε κύκλους γύρω από το γλόμπο, η βραχνή φωνή της Μάριαν Φαίηφθουλ έντυνε το κασετόφωνο μοναξιά, η ξύλινη σκάλα έτριζε και τα μαζικά μέσα ενημέρωσης αποδεκάτιζαν την πόλη.

«Γεννήθηκα με μια τύψη στο μέτωπο» είπες.
Μεσημέρι καλοκαιριού; Μετά το μπάνιο στην παραλία του ΕΟΤ;

Αυτή την εντύπωση έχω, αλλά επειδή όλα είχαν την ασάφεια του ονείρου, μπορεί και να ήταν νύχτα καταχείμωνο κι η γάτα να είχε βολευτεί πλάι από τη σόμπα κι όχι στη σκιά της συκιάς.

Όπως και να έχει, το σώμα σου κάτω από τα στρωσίδια έμοιαζε με κύμα.

«Ότι αγαπάω εγώ πεθαίνει».


Τίγκα το λεωφορείο. Ο εισπράκτορας με το μουστακάκι σαν ποντικοουρά έμοιαζε απελπισμένος.
«Ένα βηματάκι εμπρός παρακαλώ. Ένα βηματάκι…»Το κρητικό καλοκαίρι φαρμακωμένο από τη σκόνη.
Ναι, μάλλον έτσι έγινε η αρχή, όταν άστραψε το κορμί σου στην παραλία μέσα στο εκτυφλωτικό φως κι η θάλασσα σε κοιτούσε έκπληκτη με αντανακλάσεις. Τριγύρω μισοζαλισμένοι αδειούχοι της Ευρώπης κάνανε ηλιοθεραπεία πίνοντας μπίρες. Κάποιος προσπαθούσε να τραβήξει ένα κρις κραφτ στο νερό. Τα δάχτυλά μας λιώνανε κάτω από την καυτή άμμο. Τα δάχτυλά μας σα βότσαλα καλοκαιριού, κουκούτσια στον άρτο των αισθήσεων.
Από την ταβέρνα που μύριζε τηγανιτά καλαμαράκια ακουγόταν ένα λαϊκό τραγούδι και κάποιος βάραγε μονότονα παλαμάκια.

«Ότι αγαπάω εγώ πεθαίνει».

«Σιγά τ’ αυγά!»


Η αρχή ήταν μια νύχτα που σκοντάψαμε στα σκουπίδια του καιρού διασχίζοντας το λαβύρινθο της πόλης κάτω από ψιλή, εκνευριστική βροχή. Μπαλκόνια με γλάστρες, τοίχοι με υγρασία, βουητό από τη λεωφόρο, μακρινά φώτα. Η πόλη κρατούσε ακόμη ζωντανό το Μινώταυρο στα σπλάχνα της.

Ήταν τη νύχτα που φωτογραφηθήκαμε από πλανόδιο φωτογράφο στα στριμωχτά, μισοσπασμένα τραπεζάκια στο καταγώγιο του Κροκόδειλα στην Πεδιάδα. Πράσινη η παλιά ξύλινη πόρτα, ψυχρό γαλάζιο το φλας, βελούδινα μωβ τα μάτια σου.

«Σιγά τ’ αυγά!» ειρωνεύτηκες κατά τη συνήθειά σου.

Το αναπάντητο ερώτημα

Πρώτα πλένουμε τα πιάτα κι ύστερα 
τρώμε
ή
πρώτα τρώμε κι ύστερα πλένουμε 
τα πιάτα;