Κύμα


Σαν κυνηγημένα πουλιά καταφύγαμε στον Τεκέ. Τα βήματά σου στο δρομάκι του κήπου αντηχούσαν σα να παραπατούσε κάποιος με δεκανίκια. Στη σκιά της συκιάς κοιμόταν η γάτα κι όλα είχαν μείνει πίσω- η εποχή, τα λόγια, τα αισθήματα. Μισοτελειωμένο στο καβαλέτο από τον προηγούμενο χειμώνα το πορτρέτο της ψυχής. Ξεραμένα χρώματα χυμένα απρόσεκτα στον πάγκο, μπλε στο μαύρο, κόκκινο στο μαύρο, άσπρο στο μαύρο, αφίσα με τον πίνακα του Κλε σκισμένη στην κάτω μεριά εκεί που υπήρχε μια αφιέρωση. Δυο μύγες κάνανε κύκλους γύρω από το γλόμπο, η βραχνή φωνή της Μάριαν Φαίηφθουλ έντυνε το κασετόφωνο μοναξιά, η ξύλινη σκάλα έτριζε και τα μαζικά μέσα ενημέρωσης αποδεκάτιζαν την πόλη.

«Γεννήθηκα με μια τύψη στο μέτωπο» είπες.
Μεσημέρι καλοκαιριού; Μετά το μπάνιο στην παραλία του ΕΟΤ;

Αυτή την εντύπωση έχω, αλλά επειδή όλα είχαν την ασάφεια του ονείρου, μπορεί και να ήταν νύχτα καταχείμωνο κι η γάτα να είχε βολευτεί πλάι από τη σόμπα κι όχι στη σκιά της συκιάς.

Όπως και να έχει, το σώμα σου κάτω από τα στρωσίδια έμοιαζε με κύμα.