
3. Ίσως να ήταν κι έτσι η αρχή, αλλά όπως τα περιστατικά πνιγόντουσαν το ένα μέσα στο άλλο και νοθευόταν η συνείδηση, μπορεί να συναντηθήκαμε κάποιο πρωινό ενός πυρπολημένου καλοκαιριού. Ίσως η αρχή να έγινε στο αναρχικό πρόσωπο μιας καθημερινής με τουρίστες πηγαίνοντας για μπάνιο στην παραλία του ΕΟΤ με το λεωφορείο. Τίγκα το λεωφορείο. Ο εισπράκτορας με το μουστακάκι σαν ποντικοουρά έμοιαζε απελπισμένος.
«Ένα βηματάκι εμπρός παρακαλώ. Ένα βηματάκι…»
Το κρητικό καλοκαίρι φαρμακωμένο από τη σκόνη.
Ναι, μάλλον έτσι έγινε η αρχή, όταν άστραψε το κορμί σου στην παραλία μέσα στο εκτυφλωτικό φως κι η θάλασσα σε κοιτούσε έκπληκτη με αντανακλάσεις. Τριγύρω μισοζαλισμένοι αδειούχοι της Ευρώπης κάνανε ηλιοθεραπεία πίνοντας μπίρες. Κάποιος προσπαθούσε να τραβήξει ένα κρις κραφτ στο νερό. Τα δάχτυλά μας λιώνανε κάτω από την καυτή άμμο. Τα δάχτυλά μας σα βότσαλα καλοκαιριού, κουκούτσια στον άρτο των αισθήσεων.
Από την ταβέρνα που μύριζε τηγανιτά καλαμαράκια ακουγόταν ένα λαϊκό τραγούδι και κάποιος βάραγε μονότονα παλαμάκια.
«Ένα βηματάκι εμπρός παρακαλώ. Ένα βηματάκι…»
Το κρητικό καλοκαίρι φαρμακωμένο από τη σκόνη.
Ναι, μάλλον έτσι έγινε η αρχή, όταν άστραψε το κορμί σου στην παραλία μέσα στο εκτυφλωτικό φως κι η θάλασσα σε κοιτούσε έκπληκτη με αντανακλάσεις. Τριγύρω μισοζαλισμένοι αδειούχοι της Ευρώπης κάνανε ηλιοθεραπεία πίνοντας μπίρες. Κάποιος προσπαθούσε να τραβήξει ένα κρις κραφτ στο νερό. Τα δάχτυλά μας λιώνανε κάτω από την καυτή άμμο. Τα δάχτυλά μας σα βότσαλα καλοκαιριού, κουκούτσια στον άρτο των αισθήσεων.
Από την ταβέρνα που μύριζε τηγανιτά καλαμαράκια ακουγόταν ένα λαϊκό τραγούδι και κάποιος βάραγε μονότονα παλαμάκια.
«Ότι αγαπάω εγώ πεθαίνει».

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου