Δημοσθένους λέξεις

Τυχαίως συνάντησα το Δημοσθένη ανάμεσα στις πάσης φύσεως δοσοληψίες της διασταύρωσης των οδών Γ’ Σεπτεμβρίου και Βερανζέρου. Φαινόταν ανήσυχος. Δεν κατάφερα να τον αποφύγω.
«Η πραγματικότητα είναι αλλού κι είναι αλλιώς!» μου είπε εμπιστευτικά δείχνοντας γύρω μας.
«Μπορεί…» σχολίασα διπλωματικά.
Γύρω μας ένας χορός αρχαίας τραγωδίας με καρφίτσες στο στόμα και κλεμμένες φράσεις.
«Δεν αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα αφ’ εαυτής, γιατί ζούμε στις προβολές των επιθυμιών και των αναγκών μας. Είμαστε εγκλωβισμένοι!» επέμεινε χοροπηδώντας σαν εγγαστρίμυθος.
Δεν καταλάβαινα τι εννοούσε. Είχα την εντύπωση ότι γύρω μας κυκλοφορούσαν εξωγήινοι. Ίσως όμως οι εξωγήινοι να ήμασταν εμείς.
«Νόμιζα ότι εσύ θα καταλάβαινες…» μουρμούρισε απογοητευμένα κι ύστερα άνοιξε το βήμα του και σαν αερικό χάθηκε ανάμεσα στο πλήθος.
Ναι, είναι δύσκολο να παραδεχτείς δίχως θρήνο, ότι η ζωή είναι ένας τηλεοπτικός σταθμός, μόνο που δε μπορείς να κάνεις ζάπινκ!

Άσκοπος χρήση του σήματος κινδύνου διώκεται εκ του νόμου




"Αν ακούει κανείς"

Στη δεκαετία του ’60 υπήρχε η μόδα των ερασιτεχνικών ραδιοφωνικών σταθμών. Μιλάμε για κοινωνικό φαινόμενο, σωστή λαίλαπα. Οι πειρατές των ερτζιανών εμφανίζονταν σαν τα μανιτάρια. 

Η ατμόσφαιρα είχε θολώσει από σκόνη







Φεβρουάριος με δίχως κεφάλι -φτυστός ο άη Γιάννης ο Πρόδρομος


Η τράπουλα Ταρό

Έστρωσε η μάγισσα σε κύκλο τα χαρτιά
Κι εγώ μετέωρος στο μάτι του κυκλώνα,
Φωτιές χορεύανε τα μαύρα της μαλλιά
Κι ένα πουλί θρηνούσε μέσα στο χειμώνα.

Θάλασσα κι αλμυρό νερό 6


«Προσοχή, προσοχή!»

Ερμητικά κλειστός ο ουρανός. Ερμητικά κλειστό το γράμμα στο κομπιούτερ. Ερμητικά κλειστό το επιφώνημα του έρωτα. Και μόνο το χρηματοκιβώτιο της ζωής είναι ξεκλείδωτο. Πάει, τα βούτηξαν όλα. Και τις μέρες της προσμονής και τις νύχτες των ονείρων. Πάει, τα βούτηξαν όλα και στράφι πήγανε οι τόσες συμβουλές και παραινέσεις.

«Προσοχή, κυκλοφορούν μεταλλαγμένα μυαλά, ισοπεδωμένες συνειδήσεις και ανυπεράσπιστοι μύθοι.»

Θάλασσα κι αλμυρό νερό 5


Άδικα των αδίκων

Στα εθνικά ηχεία αντηχούν ακατάληπτες λέξεις χτυπημένες από παράσιτα. Μισοφαγωμένη η αλφαβήτα. Ονόματα σπασμένα πιο πολύ κι από αγάλματα. Μεταλλικές φωνές αυτόματων τηλεφωνητών. Άγονες ζωές. Η Ιστορία δίχως θρήνο – και μόνο στις πολαρόιντ φωτογραφίες δακρύζουν ακόμη τα παιδικά μας ρούχα.
Άδικα των αδίκων η αδερφή του Μεγαλέξανδρου ρωτά και ξαναρωτά, «Μήπως είδατε έναν δεκαπεντασύλλαβο;»

Θάλασσα κι αλμυρό νερό 4


Στις αποθήκες

Στις αποθήκες του χειμώνα είναι τακτοποιημένες οι σκιές του περασμένου καλοκαιριού. Παρδαλές ομπρέλες από τις παραλίες του Αιγαίου, χέρια που τυραννούν τις ώρες, πνιχτές ανάσες, άδεια βλέμματα, πορτοφόλια με ιδρωμένες πιστωτικές κάρτες, ωραία ερείπια, καρπουζόφλουδες, ατέλειωτα σούρτα φέρτα των παραθεριστών, σκονισμένες πικροδάφνες, τυχαία αγγίγματα, υγρές λέξεις, ξωκλήσια σαν πυγολαμπίδες, κρωξίματα πεινασμένων γλάρων, το θρόισμα της συκιάς, τα γερτά παντζούρια του μεσημεριού και φιλιά με διακριτικά ανανεωμένη ημερομηνία λήξης.

Θάλασσα κι αλμυρό νερό 3


Η ερημιά είμαι εγώ, όταν σωπαίνεις

Ένα ερωτευμένο ζευγάρι γερμένο στην κουπαστή ψάχνει για το φεγγάρι. Κοιτάζουν από δω, κοιτάζουν από κει, τίποτα.
«Περίεργο. Το ημερολόγιο έλεγε ότι θα έχουμε πανσέληνο…» λέει η κοπέλα.
Το μυστήριο λύνεται όταν επιστρέφουν στο σαλόνι του πλοίου.
«Ανεξήγητοι παραμένουν οι λόγοι που οδήγησαν κάποιους να κλέψουν το φεγγάρι…» ανακοινώνεται από την τηλεόραση.

Θάλασσα κι αλμυρό νερό 2


Η Αριάδνη στη Νάξο

Ίσαμε να φτάσουν οι εραστές στη Νάξο. Τόσο κράτησε ο πόθος. Ύστερα γίνανε νερόβραστες οι λέξεις κι ο καιρός είχε μια γεύση πικραμύγδαλου. Το τοπίο τυλιγμένο στις αποχρώσεις του γκρι. Παιδεμός απουσίας -πληγωμένο Σαββατόβραδο σε έρημο κρεβάτι.

Θάλασσα κι αλμυρό νερό


1. Απαγόρευση απόπλου


Δυνατός αέρας σαρώνει το πέλαγος, ανταριάζεται το Αιγαίο και συσπειρώνονται τα νησιά. Ο απόπλους απαγορεύεται. Κίτρινα φώτα σημαδεύουν τις νταλίκες στην προβλήτα. Οι τηλεοράσεις του πλοίου μασουλάνε την επικαιρότητα. Οι επιβάτες ξεδίνουν τον εκνευρισμό τους αγοράζοντας πατατάκια, ξεφυλλίζοντας περιοδικά, λύνοντας σταυρόλεξα, ανακεφαλαιώνοντας τη ματαιότητα του ταξιδιού. Λίγο πριν το χάραμα κοπάζει ο δυνατός αέρας, οπότε ο απόπλους επιτρέπεται.

Αναστενάζουμε όλοι με ανακούφιση και ξαναγινόμαστε ξένοι.