Η ρίζα

«Όταν κοιτάζεις πολλή ώρα τον ουρανό χωρίς να στρέψεις αλλού το βλέμμα σου, οι σκέψεις κι η ψυχή σου για κάποιον λόγο γεμίζουν με μια αίσθηση μοναξιάς. Αρχίζεις να νιώθεις αγιάτρευτα μόνος, και όλο αυτό που θεωρούσες πριν οικείο και κοντινό γίνεται αβάσταχτα μακρινό και χάνει κάθε αξία. Αυτά τ’ αστέρια που κοιτάζουν από τον ουρανό χιλιάδες χρόνια τώρα, αυτός ο ακατανόητος ουρανός και το σκοτάδι αδιαφορούν για την σύντομη ζωή του ανθρώπου και άμα βρεθείς μόνος απέναντι τους και προσπαθήσεις να καταλάβεις το νόημά τους πιέζουν την ψυχή σου με τη σιωπή τους. Τότε έρχεται στη σκέψη η μοναξιά που περιμένει τον καθέναν από μας στον τάφο και το νόημα της ζωής φαίνεται απελπιστικό, τρομερό…»

[Τσέχοφ]

Το ξέρω ότι έχεις αντιρρήσεις

Η κούκλα από αλάτι

Μια μέρα ρώτησε τον Ναστραντίν Χότζα ένας μαθητής του, «Πες μου δάσκαλε, πώς θα μπορούσες να περιγράψεις τη δουλειά ενός αναζητητή της Αλήθειας;»
Ο Ναστραντίν Χότζα κοίταξε για λίγο σιωπηλός τον μαθητή του κι ύστερα του είπε, «Σαν την ιστορία της κούκλας από αλάτι». «Της κούκλας από αλάτι! Τι ιστορία είναι αυτή;» ρώτησε δύσπιστα ο μαθητής.
Τότε ο Ναστραντίν Χότζας είπε την παρακάτω ιστορία.
Μια κούκλα φτιαγμένη από αλάτι, ήθελε να μάθει την αλήθεια για τον εαυτό της, τι εν πάση περιπτώσει ήταν στην πραγματικότητα. Στην αναζήτησή της αυτή ταξίδεψε χιλιάδες μίλια στεριάς, μέχρι που έφτασε στην άκρη της θάλασσας. Σταμάτησε και κοίταξε απορημένη, δεν είχε ξαναδεί θάλασσα. «Τι είσαι εσύ;» ρώτησε η κούκλα από αλάτι κι η θάλασσα της απάντησε, «Έλα μέσα και δες μόνη σου».
Η κούκλα από αλάτι μπήκε στο νερό κι όσο πιο βαθιά προχωρούσε, τόσο περισσότερο διαλυόταν. Πριν διαλυθεί ολόκληρη και γίνει ένα με τη θάλασσα, πρόλαβε και είπε, «Τώρα ξέρω τι είμαι!».

Ευτυχώς η τιμή των άστρων παραμένει ακόμη εκτός χρηματιστηρίου

Στις μέρες μας είναι ανέραστες οι παλάμες -θραύσματα τοπίων με μυστικές εξισώσεις. Κι ανάμεσα στους σιωπηλούς αριθμούς λίγος δυόσμος, λουΐζα και βασιλικός, ώστε να έχει μια μυρωδιά υποφερτή ο θάνατος των αισθημάτων.

Τα νησιά


Μερικές φορές έχω την εντύπωση ότι τα νησιά παίζουν κρυφτό με τον ήλιο ή κυνηγητό με τα κύματα -κρύβονται, εμφανίζονται, καρδιοχτυπούν, ιδρώνουν, αγκομαχούν.

Μερικές φορές έχω την εντύπωση ότι τα νησιά κρατάνε ανόθευτα τα χρόνια της παιδικότητας κι απλώς ανέχονται από μεγαλοψυχία τα σούρτα φέρτα μας και φροντίζουν να είναι πάντα στο πόστο τους όταν φτάνει το πλοίο λιμάνι, μόνο και μόνο για να μην ανατρέψουν το πρόγραμμα των ακτοπλοϊκών δρομολογίων, μόνο και μόνο για να βρίσκει ο έρωτας τις σημαδούρες του πόθου του, την αγκαλιά του στεναγμού του.

Ξημέρωμα στην παραλία μιας ξεχασμένης ημερομηνίας


Στέκομαι στη μέση μιας γέφυρας. Κοιτάζω κάτω κι απορημένος διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει ποτάμι, ούτε γκρεμός, ούτε τέλος πάντων τίποτα που να δικαιολογεί την ύπαρξη της γέφυρας. «Τι συμβαίνει εδώ;» αναρωτιέμαι αρνούμενος να πιστέψω ότι ζω το όνειρό μου κι ότι είναι γυμνός ο χάρτης παρά τη δορυφορική λήψη -γυμνός ο χάρτης δίχως το άγγιγμα.

Πόσο φθινόπωρο να χωρέσει ένα βλέμμα;


Όταν κλείνουν οι πόρτες του μετρό επικρατεί στιγμιαία μια σχεδόν απόκοσμη ησυχία στο σταθμό λες και βουβαίνεται ο χρόνος λες και σταματάει ο στροβιλισμός του σύμπαντος σα να θέλει, να πούμε, το σύμπαν να ξεκουραστεί, να σκεφτεί, να αποκτήσει συνείδηση.

(Εκτός πάλι κι αν το σύμπαν είναι ακίνητο και μόνο τρέμει από μοναξιά δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση κίνησης ώστε να έχουν δουλειά οι αστρονόμοι, οι φυσικοί κι οι χαρτορίχτρες. Α, ναι. Κι οι λογιστές της Ιστορίας.)

Ύστερα ο συρμός αναχωρεί κι αφήνει το σταθμό βορά στην επιτηδευμένη καθαριότητα, στις πλανεύτρες διαφημίσεις, στις μονότονες μεγαφωνικές συμβουλές και τις ανόητες επεξηγήσεις, «άνοδος κάθοδος», «άνοδος κάθοδος», «άνοδος κάθοδος».

Μισοσκόταδο


Εδώ και χρόνια ταξιδεύω σε ένα δρόμο με επικίνδυνες στροφές και ελλιπή σηματοδότηση, ο φωτισμός αμυδρός, σχεδόν φοβισμένος. Κι άμα ψάξεις στην ψυχή μου θα βρεις όλες τις λέξεις μολυσμένες να ταξιδεύουν σαν ψάρια με κλεμμένες τις σιωπές. Συνήθεια θα μου πεις, δε θα διαφωνήσω, διότι συνήθεια είναι όλα και τα ημερομίσθια κι οι κουμπότρυπες και τα ψόφια τραγούδια και τα ωράριά μας τα ντυμένα αγοραπωλησίες. Μια συνήθεια που μας κρατάει ζωντανούς να μυξοκλαίμε το νόθο χάραμα κι ούτε προκυμαία να κρατηθούμε, ούτε σταθμός τρένων να ανασάνουμε.

Δυο σχόλια κατόπιν εορτών

1. Πού πας καραβάκι με τέτοιο καιρό
τα τόσα χαμόγελα δεν τα φοβάσαι;

2. Γιατί Ίκαρε δεν έκανες ένα ευχέλαιο πριν σε παρασύρει το ρίγος του πετάγματος; Και ιδού τώρα οι ήρωες των μύθων με νευρικό κλονισμό να τουρτουρίζουν στα σκαλοπάτια των δημοσίων υπηρεσιών επαιτώντας την παιδική τους κουβέρτα.