Είναι κάπως άχαρο να μιλάει κανείς γι’ αυτό που έχει φτιάξει. Όχι μόνο άχαρο, αλλά και βαρετό. Ίσως επειδή το δημιούργημα είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου, μια εμπορική καλλιγραφία. Θέλω να πω ότι απουσιάζουν οι μέρες κι οι νύχτες της αγωνίας –εν προκειμένω του γραψίματος, εκείνο το κάλεσμα των ανθρωποφάγων Σειρήνων, εκείνη η κάθετη πτώση της απογοήτευσης όταν συνειδητοποιεί κανείς ότι αδυνατεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, εκείνη η δίχως έλεος μονομαχία ανάμεσα στα πολλαπλά είδωλα των ανθρώπων και τα συντρίμμια των ονείρων τους… Με δυο λόγια να σταθεί σωστά η φράση ανάμεσα στις παραγράφους των σελίδων και τα αγγίγματα των βλεμμάτων, κυρίως να σταθεί η φωνή της μέσα στο κύλισμα του χρόνου – μια τόση δα στιγμούλα που σπάζει ο καθρέφτης σαν το νερό μιας λίμνης που σημαδεύεται από μια πρόσκαιρη χαρακιά κάποιου καλοκαιρινού έρωτα.Ναι, είναι άχαρο να μιλάει κανείς για δικά του πράγματα. Άχαρο και βαρετό. Αλλά και τόσο σπαρακτικά προκλητικό…
Αναμνήσεις από θερινό σινεμά
Το φέγγος του φεγγαριού χαρακώνει τη σκοτεινή καμπούρα της θάλασσας, μια ασημένια ρυτίδα. Ίσως γι' αυτό ξεχείλισε η νοσταλγία σαν αφρισμένη μπίρα. Μπορεί όμως κι από την ταινία που είδα στην τηλεόραση, ένα φιλμ νουάρ. Δοθείσης ευκαιρίας τα παρακολουθώ, αν και λείπει το ρίγος της παλιάς συγκίνησης, έχω χάσει τη διάθεση ή το κουράγιο για την εσωτερική ανάγνωση που απαιτούν αυτές οι ταινίες, εκείνη την επίπονη προσπάθεια της μετάφρασης των βλεμμάτων ανάμεσα στις ασπρόμαυρες φωτοσκιάσεις. Τέλος πάντων, θυμήθηκα εκείνο το καλοκαίρι πριν τριάντα χρόνια που χρημάτισα υπεύθυνος του δημοτικού κινηματογράφου στα Χανιά, δηλαδή όχι ακριβώς υπεύθυνος, ταμίας!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)