Ο Σεπτέμβριος είχε πάντα μια σκιά από τις παραλίες ανάμεσα στις ημερομηνίες του. Και μια μυρωδιά από ξυσμένα μολύβια ανακατεμένη με δερμάτινες σάκες. Κι ένα βουρκωμένο κόμπο στο στομάχι σαν περισυλλογή αμηχανίας. Ακόμη και στις μέρες μας που, τέλος πάντων, όλα τείνουν να ισοπεδωθούν μέσα σ’ έναν πολτό ακατανόητης ατομικότητας, ο Σεπτέμβριος διατηρεί ακέραιη τη συνήθειά του να μεταλλάσσει τη μελαγχολία σε πείσμα.
"Καλά κρασιά"
[α] Σα μέσα σε εφιάλτη λες κι είμαστε ναυαγοί μας βλέπω / Να κοιτάζουμε τρομαγμένοι το δελτίο ειδήσεων στην τηλεόραση/ Τις νέες οικονομικές εξαγγελίες περιμένοντας / Των κυβερνητικών φωστήρων. Ενδομύχως πιστεύοντας ακράδαντα ότι τελικά θα τη βγάλουμε καθαρή / Μη θέλοντας να το πάρουμε απόφαση ότι δεν είμαστε πια λαός / Παρά μόνο ένα αθροιστικό σύνολο μιας λογιστικής πράξης /Δίχως παρελθόν και δίχως Ιστορία.
[β] Σα μέσα σε εφιάλτη λες κι είμαστε ναυαγοί μας βλέπω / Με τα δαχτυλικά μας αποτυπώματα μουτζουρωμένα στις ακτές / Τους λαιμούς μας να τεντώνουμε κοιτάζοντας απελπισμένα / Τη γυμνή θάλασσα / Προσμένοντας τη σωτηρία από τη γοργόνα την αδερφή του Μεγαλέξανδρου / Ή τουλάχιστον τα νέα πακέτα προσφορών των εταιριών της κινητής τηλεφωνίας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)